ο ουρανος και η γη...

Μ'εχουν πιασει τα οικολογικα μου.Ειναι φαινεται που πηρα γευση και μυρωδια της καταστροφης.Βρηκα αυτο το παραμυθακι κι ειπα να το μοιραστω μαζι σας...
Ο ΟΥΡΑΝΟΣ ΚΑΙ Η ΓΗ
Μια φορά και έναν καιρό, στο ατέλειωτο σύμπαν ζούσαν δυο αδέλφια. Ο Ουρανός και η γη.
Ο Ουρανός σκέπαζε τη γη με το γαλάζιο πέπλο του, της φρόντιζες τους κάμπους, τα βουνά, τη θάλασσα, τις λίμνες και εκείνη με τις κάψες του καλοκαιριού έσκαζε από τη ζέστη και με τα παγοκρύσταλλα του χειμώνα πάγωνε τα κλαδιά των δέντρων. Την άνοιξη, δε, λουλούδιαζε η πλάση γεμίζοντας μοσχοβολιές την όμορφη φύση.
Έτσι κυλούσε ο χρόνος και κάθε φορά ξανά από την αρχή…άνοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο, χειμώνας…
Μια ηλιόλουστη μέρα, που το δροσερό αεράκι κουνούσε ήρεμα τα πράσινα φυλλαράκια των φυτών και των δέντρων, η Γη φόρεσε τα ανοιξιάτικα ρούχα της, σκέπασε με μια μεταξωτή μαντίλα τα πυρόξανθα μαλλιά της και ανέβηκε στην λουλουδένια άμαξά της. Χτύπησε το καμτσίκι στα καπούλια των τεσσάρων κάτασπρων περήφανων αλόγων της και εκείνα χάθηκαν στον ορίζοντα σαν άνεμος.
Η Γη είχε βγει να γνωρίσει από κοντά την φύση της και τους ανθρώπους που την φρόντιζαν. Τα στάχυα μεστωμένα έσκυβαν στο πέρασμά της και την χαιρετούσαν. Οι παπαρούνες, κατακόκκινες, είχαν φορέσει τα καπέλα τους για τον ήλιο. Οι μαργαρίτες, κατακίτρινες, χαμογελούσαν. Οι άνθρωποι στους κάμπους όργωναν καταϊδρωμένοι τα χωράφια τους. Άλλοι στις θάλασσες κολυμπούσαν. Τα παιδιά σαν μελίσσια βούιζαν με τις χαρές και τα γέλια τους. Όμως παρόλα αυτά κάτι της φάνηκε περίεργο…
Κάθισε κάτω από κάτι πυκνές φυλλωσιές κι άρχισε να σκέπτεται, ότι τα παιδιά που έχει είναι λίγα. Έτσι αποφάσισε να δώσει πλούσια φύση, δουλειές στους ανθρώπους και να σκορπίσει την αγάπη και την ειρήνη μεταξύ τους.
Σκοπός της ήταν να φέρει πιο κοντά τους ανθρώπους και να τους πολλαπλασιάσει. Να κάνουν οι άνθρωποι πολλά παιδιά και έτσι να γίνουν τα κράτη δυνατά, ισχυρά και μεγάλα.
Γι’αυτό πήγε και βρήκε τον αδελφό της, τον Ουρανό, του εξήγησε το πρόβλημά της, κι εκείνος της υποσχέθηκε ότι θα της βοηθήσει.
Κάθε άνοιξη και φθινόπωρο λοιπόν άνοιγε τις βρυσούλες από τα συννεφάκια του, το νερό της βροχής έτρεχε, πότιζε τους κάμπους και τα δέντρα, η βλάστηση άπλωνε παντού, η φύση θέριευε, ο κόσμος είχε δουλειά και αποκτούσε περιουσία.
Τα χρόνια περνούσαν και όλοι ζούσαν όμορφα και αγαπημένα. Ο Ουρανός υποστήριζε τη Γη, σαν μεγαλύτερος, ώσπου μια χειμωνιάτικη μέρα χτύπησε την πόρτα του σπιτιού τους ο Άγιος Βασίλης. Ήταν Χριστούγεννα.
- Καλώς όρισες! Του είπαν τα δύο αδέλφια.
Πέρασαν μέσα και κάθισαν δίπλα στο τζάκι και με λόγια μασημένα ο Άγιος Βασίλης τους είπε:
- Ξέρετε, πρέπει κάποιος να γίνει, αρχηγός. Δεν γίνεται να ζείτε στο ίδιο σπίτι. Ο ένας θα πάει ψηλά και ο άλλος θα κάτσει κάτω. Αποφασίστε λοιπόν τι θα κάνετε.
- Και τι να κάνουμε;
-Ποιος θα γίνει αρχηγός;
- Κανένας, απάντησαν τα αγαπημένα αδέλφια. Ο ένας χρειάζεται τον άλλον. Έτσι ο Ουρανός θα πάει επάνω να κρατήσει το ουράνιο στερέωμα και εγώ θα κάτσω κάτω να προστατεύω τη γη μου και την πλάση. Έτσι ακριβώς όπως τα έχουμε κανονίσει από την αρχή της δημιουργίας με το Θεό…
Ο Άγιος Βασίλης γύρισε σπίτι του ντροπιασμένος, άσε που γύρισε σπίτι του με τα πόδια, διότι η άμαξά του με τους τάρανδους είχαν εξαφανιστεί. Πως; Θα σας πω αμέσως πως. Η Γη μετά από αυτά που τους είπε ο Άγιος Βασίλης στεναχωρήθηκε τόσο πολύ που για να τον τιμωρήσει έφτιαξε στο σημείο που είχε αφήσει την άμαξά του μια μεγάλη κατηφόρα! Η άμαξα κατρακύλησε και εξαφανίστηκε!
Από τότε ο Άγιος Βασίλης κάθε χρόνο τα Χριστούγεννα με την καινούρια του άμαξα κυκλοφορεί μεταξύ Ουρανού και Γης. Όσο για τα δύο αδέλφια, ο Ουρανός έχει απλώσει το γαλάζιο του πέπλο και προστατεύει τη Γη. Εκείνος από ψηλά βλέπει πολύ καλά ότι οι άνθρωποι που την κατοικούν έχουν αρχίσει και την καταστρέφουν.
2 Comments:
Περίεργο παραμυθάκι.
Μακάρι να μην ήταν αληθινή η τελευταία σου φράση...
καλως σε βρηκα ξανά :)
Post a Comment
<< Home